Έλκουμε τις επιθυμίες μας; Τι ρόλο παίζει ο φόβος;

Γράφει η Σπυριδούλα Πατσιλίβα

φόβοςΠολλές φορές βασανίζουμε τον εαυτό μας κάνοντας καταστροφικές σκέψεις που δεν μας αφήνουν να ηρεμήσουμε. Το άγχος μπαίνει για τα καλά στη ζωή μας, τη νύχτα χάνουμε τον ύπνο μας και την ημέρα δεν μπορούμε να την ζήσουμε όπως θέλουμε.

Συνήθως οι σκέψεις που κάνουμε είναι κρυμμένοι και ανομολόγητοι φόβοι που παίρνουν μορφή και γίνονται τεράστιοι. Κάποιοι λένε ότι έλκουμε ό,τι επιθυμούμε και αυτό είναι το καλό. Το κακό όμως είναι ότι έλκουμε και τους φόβους μας, οι οποίοι είναι πολύ ισχυροί. Κάποιοι άλλοι πάλι, ίσως πιο απλοί άνθρωποι, της καθημερινότητας, λένε ότι πηγαίνουμε όπου κοιτάζουμε. Και επειδή αναπόφευκτα έχω μία τάση να συνδέω πράγματα μεταξύ τους, σκέφτομαι ότι πιθανόν αυτός να είναι και ο λόγος που εμείς οι άνθρωποι βάζουμε στόχους. Για να μη χανόμαστε και πηγαίνουμε αλλού από εκεί που επιθυμούμε. Αυτό γίνεται ιδιαίτερα στο χώρο των επιχειρήσεων και στις πωλήσεις.

Γιατί δεν τους πετυχαίνουμε πάντα όμως τους στόχους που έχουμε βάλει; Το θέμα είναι να δούμε πού κοιτάζουμε: το στόχο (επιθυμία) ή το φόβο; Παρακάτω αναφέρω μία ιστορία που μου άρεσε πολύ από το βιβλίο του γιατρού και ψυχοθεραπευτή της Σχολής Γκεστάλτ Χόρχε Μπουκάι, » Ιστορίες να σκεφτείς».

Ένας πλούσιος άντρας έστειλε τον υπηρέτη του στην αγορά για τρόφιμα. Δεν είχε περάσει όμως πολλή ώρα αφότου έφτασε, και διασταυρώθηκε με το θάνατο, ο οποίος τον κοίταξε έντονα στα μάτια. Ο υπηρέτης χλόμιασε από το φόβο του κι έφυγε τρέχοντας, αφήνοντας πίσω του τα ψώνια και το μουλάρι. Λαχανιασμένος, έφτασε στο σπίτι του αφέντη του. «Αφέντη, αφέντη! Σε παρακαλώ, χρειάζομαι ένα άλογο και λίγα λεφτά για να φύγω αμέσως από την πόλη…Αν φύγω αμέσως, ίσως φτάσω στην Ταμούρ πριν το ηλιοβασίλεμα… Σε παρακαλώ, αφέντη, σε παρακαλώ!» Ο κύριος τον ρώτησε το λόγο αυτής της τόσο επείγουσας παράκλησης και ο υπηρέτης του διηγήθηκε κομπιάζοντας τη συνάντησή του με το θάνατο. Ο κύριος του σπιτιού συλλογίστηκε για λίγη ώρα, έβγαλε ένα σακούλι με νομίσματα, του το έδωσε και του είπε: «Εντάξει, ας είναι. Φύγε. Πάρε το μαύρο άλογο, το πιο γρήγορο που έχω.» «Ευχαριστώ αφέντη» είπε ο υπηρέτης. Και, αφού του φίλησε τα χέρια, έτρεξε στο στάβλο, έζεψε το άλογο κι έφυγε γρήγορα προς την πόλη Ταμούρ. Όταν ο υπηρέτης είχε πια χαθεί απ’ τα μάτια του, ο πάμπλουτος άντρας περπάτησε προς την αγορά ψάχνοντας το θάνατο. «Γιατί τρόμαξες τον υπηρέτη μου;» τον ρώτησε όταν τον είδε. «Εγώ τον τρόμαξα;» ρώτησε ο θάνατος. «Ναι» είπε ο πλούσιος άντρας. «Μου είπε ότι σήμερα διασταυρώθηκε μαζί σου κι ότι τον κοίταξες απειλητικά.» «Εγώ δεν τον κοίταξα απειλητικά» είπε ο θάνατος. «Τον κοίταξα έκπληκτος. Δεν περίμενα να τον δω αυτό το απόγευμα, γιατί υποτίθεται ότι πρέπει να τον πάρω από την Ταμούρ απόψε τη νύχτα».

MarilynΔείτε εδώ όλα τα άρθρα της…


facebook

Advertisements

Πείτε τη γνώμη σας!

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s