«Μπορώ να σας λέω και…μαμά;»

Γράφει η Μαρία Πατσιλίβα

33c1f36c334d62cfb38aecd49ed8347d24802c27fb5deff4307fc549ea132cd8

-Άρη χτένισε τα μαλλιά σου. Αχ Θεέ μου, τι βρώμικα χέρια είναι αυτά! Πήγαινε ΤΩΡΑ να τα πλύνεις, τι θα σκεφτεί η γυναίκα ακόμη δεν μπήκε στο σπιτικό σας! Θα ντροπιάσεις τον πατέρα σου!
Κοίτα την αδελφή σου πόσο περιποιημένη είναι!

Ο μικρός έμεινε βιδωμένος στη θέση του, να την κοιτάζει με βλέμμα χαμένο  και το στόμα ανοιχτό. Μέσα στη φαντασία του είχε ήδη έρθει η «καινούρια» σαν την κακιά μάγισσα, με μακριά κορακίσια μαλλιά, σουβλερή μύτη με κρεατοελιά στο κέντρο και σάπια δόντια. Και μέσα στην τσάντα της είχε μολύβια φτιαγμένα από δαχτυλάκια μικρών παιδιών. Ανατρίχιασε…

-Άντε, κουνήσου! τον επανέφερε η γιαγιά, χτυπώντας τον στο κεφάλι. Με ένα σάλτο βρέθηκε στο μπάνιο, έπλυνε βιαστικά τα χέρια του χωρίς σαπούνι-άλλωστε η γιαγιά δεν προλάβαινε να τα μυρίσει- και έστρωσε τα μαλλιά του. Επέστρεψε πηδώντας στο σαλόνι και κρύφτηκε πίσω από την Κατερίνα. Πάντα στα δύσκολα αυτή ήταν το προστατευτικό τείχος. Κι ας τον πέρναγε μόλις 11 μήνες. Ο πατέρας έσκυψε πάνω τους, τα φίλησε στα μαλλιά και τους είπε με ήρεμη φωνή:- Όπως είπαμε, θα της δώσετε ευγενικά το χέρι και θα πείτε τα ονόματά σας. Και θα κάθεστε φρόνιμα, εντάξει;

Τώρα άκουγε την καρδιά του να χτυπάει δυνατά στα αυτιά του. Του ήρθε αστραπιαία στο μυαλό η μάνα του. Μόνη, κουλουριασμένη στην πολυθρόνα δίπλα από το παράθυρο του καθιστικού, να κοιτάζει κάπου εκεί έξω, ποτέ δεν κατάλαβε τι έβλεπε, σαν να διαπερνούσε την ατμόσφαιρα και να έμπαινε με τα μάτια της σε άλλους γαλαξίες. Βρώμικη, με στραβοκουμπωμένη νυχτικιά, χοντρές κάλτσες στρατιωτικές και παντόφλες μισοξηλωμένες. Ένας κόμπος του ανέβηκε στο λαιμό και προσπάθησε να τον καταπιεί. Θα προτιμούσε να είναι έξω, να παίζει με τα καναρίνια και τα γαρδέλια του. Το κουδούνι του διέκοψε τη σκέψη. Όλοι ανασυντάχθηκαν. Χωρίς και ο ίδιος καν να καταλάβει πώς, σε δευτερόλεπτα χώθηκε κάτω από το τραπέζι. Η γιαγιά γρύλισε, αλλά η άφιξη της «ιδιαίτερης» καλεσμένης δεν της επέτρεπε να του ρίξει ένα γερό χέρι ξύλο. Φύλαξε τα νεύρα της για αργότερα. Η πόρτα άνοιξε, η γιαγιά έδειξε τον απαιτούμενο ενθουσιασμό, ο μπαμπάς την αγκάλιασε τρυφερά και η Κατερίνα έκανε αυτά που της είχαν υποδείξει.

-Και ο Άρης πού είναι; ρώτησε η νεαρή γυναίκα. Ο πατέρας της έδειξε κάτω από το τραπέζι. ‘Ένα ζευγάρι χαμηλές σιελ γόβες, φορεμένες σε δυο μακριά λεπτά πόδια πλησίασαν το τραπέζι. Και μαζί μια μυρωδιά από φρεσκάδα. Η γυναίκα έσκυψε, χαμογέλασε και του έτεινε το χέρι της.  –Γεια σου Άρη! –Εεεε, γεια σας κυρία.., εεε, Μαργαρ…, εεε, πώς, πώς να σας φωνάζω; τραύλισε ο  μικρός.  -Όπως θέλεις εσύ, τον καθησύχασε  εκείνη. – Δηλαδή μπορώ να σας λέω και… μαμά;

magika

Μαρία Πατσιλίβα
ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Δείτε εδώ όλα τα άρθρα της…

 

facebook

Advertisements

Πείτε τη γνώμη σας!

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s