Σε μια στιγμή όλα μπορούν να συμβούν

Γράφει η Μαρία Πατσιλίβα

if not now, when ?Είναι από αυτές τις μέρες που σε πιάνουν τα νεύρα σου άνευ (προφανούς) λόγου και αιτίας. Ξύπνησα το πρωί με το ζόρι, μισώντας αυτόν που εφηύρε το ξυπνητήρι. Κοιτάχθηκα στον καθρέφτη και ευχήθηκα να γίνουν της μόδας οι μαύροι κύκλοι και τα «αμελώς» ατημέλητα μαλλιά . Άνοιξα την ντουλάπα μου και θυμήθηκα τις μαύρες τρύπες του σύμπαντος. Κάπου εκεί πρέπει να έπεσαν τα ρούχα που δεν έχω. Κι ας φωνάζει η μάνα μου ότι «έχεις μια ντουλάπα γεμάτη ρούχα και φοράς όλο τα ίδια και τα ίδια». Το ζακετάκι που αγόρασα στην πενταήμερη δηλαδή θεωρείται ρούχο; Ή μήπως το εφαρμοστό παντελόνι που είχα ψάξει σε όλη την περιφέρεια Αττικής-η λέξη περιφέρεια τότε δεν αντιστοιχούσε στον σωματότυπό μου- για να είμαι ωραία στο πάρτι της κολλητής μου; Γιατί τα έχω ακόμα; Για συναισθηματικούς λόγους. Και για να μου θυμίζουν πως κάποτε ήμουν πιο αδύνατη και ανέμελη.

Βγαίνω στο δρόμο. Ο ουρανός είναι γκρίζος. Κάνε πλάκα να βρέξει, δεν πήρα ομπρέλα μαζί μου.  Πηγαίνω στη στάση να περιμένω το λεωφορείο. Αργεί πολύ και όταν τελικά φτάνει, είναι τόσο γεμάτο, που ούτε η πόρτα δεν ανοίγει. Σκέφτομαι να πάρω ταξί. Μετά από 17 αποτυχημένες προσπάθειες να βρω έναν ταξιτζή που να τον «βολεύει» να με πάει «κοντά» στη δουλειά μου, μπαίνω σε ένα ταξί, στριμωγμένη, μαζί με άλλα 3 άτομα. Αφού εισέπνευσα όλο τον καπνό του οδηγού, παρά την παρουσία  απαγορευτικού αυτοκόλλητου «μην καπνίζετε», κόντεψε να κολλήσει η μούρη μου στο παρμπρίζ πολλάκις από τους απότομους ελιγμούς και αφού άκουσα λέξεις επιπέδου πεζοδρομίου, ο συμπαθέστατος, κατά τα άλλα, οδηγός με κατεβάζει 2 χιλιόμετρα πριν από τον προορισμό μου. Αρχίζω να περπατάω, σχεδόν να τρέχω, γιατί έχω ήδη αργήσει, σκεφτόμενη τα ξινισμένα μούτρα του αφεντικού μου και την υποβόσκουσα στριγκλιά στη φωνή του. Ξαφνικά πιάνει μπόρα. Δεν δίνω σημασία γιατί βιάζομαι. Αρχίζει να ρίχνει χαλάζι, μεγέθους στραγαλιού. Σαν κάποιος εκεί πάνω να μου κάνει πλάκα και με φτύνει. Παραφράζοντας τα λόγια του Κοέλο, νιώθω πως όλο το σύμπαν συνωμοτεί εναντίον μου. Και σαν να μη φτάνουν όλα αυτά, περνάει γρήγορα ένα αυτοκίνητο, δημιουργώντας ωστικό κύμα λάσπης, που κατέληξε επάνω μου. Μέσα στη φούρια μου, κατά  λάθος πέφτω πάνω σε έναν πιτσιρικά, που όλο θράσος γυρίζει και μου λέει: Καλά είσαι νούμερο;- Ναι, μηδέν. Σαν την τύχη μου, απαντάω.

Ξεμαλλιασμένη, λασπωμένη, και με έναν απίστευτο κόμπο στο λαιμό, βρίσκω ένα πεζούλι για να ξαποστάσω. Ξαφνικά με πιάνουν τα κλάματα. Δεν με νοιάζει που με βλέπουν. Ούτε με νοιάζει που η μάσκαρα μου έχει ζωγραφίσει το πρόσωπο. Κλείνω τα μάτια με τα χέρια μου, όπως έκανα όταν ήμουν παιδί, ελπίζοντας πως όταν τα ανοίξω, ο εφιάλτης θα έχει φύγει. Η βροχή δυναμώνει, όμως  εγώ έχω ακινητοποιηθεί στο πεζούλι. Περνάει μια γιαγιά και κουνώντας το κεφάλι μου αφήνει 1 ευρώ. Ε, όχι να με περάσει και για ζητιάνα! Τόσα χρήματα έχω πληρώσει για το ημίπαλτό μου. Δεν φαίνεται ότι έχω ένα class στο ντύσιμό μου; Με πρόδωσε κι αυτό.

Μέσα στη δυστυχία μου ακούω μια φωνή σαν από όνειρο. «Τι κάνεις εσύ εδώ;» Σηκώνω τα μάτια μου και βλέπω το τελευταίο άτομο στον κόσμο που θα περίμενα να συναντήσω. Τον Στέφανο, το δυνατό μου έρωτα στο λύκειο, για χάρη του οποίου είχα αγοράσει όλα τα βιβλία αστρολογίας που αναφέρονταν στον Τοξότη. Είχα γίνει ειδική στο ζώδιό του, ακόμα και σήμερα οι γνώσεις μου στα υπόλοιπα ζώδια είναι περιορισμένες. Ήταν ο κούκλος που όλες ήθελαν και φυσικά με έγραφε. Και από ότι βλέπω, συνεχίζει να είναι κούκλος και σήμερα. Σε αντίθεση με εμένα, που συνειδητοποιώντας το χάλι μου, ξεσπάω πάλι σε κλάματα. Απλώνει το χέρι του όλο στοργή και μου λέει. «Έλα μέσα στο σπίτι μου, νομίζω πως χρειάζεσαι ζέστη. Πάντως, αν και βρεγμένη, είσαι ακόμη τόσο χαριτωμένη!»

Άρχισε να βγαίνει ήλιος. Χτύπησε το κινητό μου και το αφεντικό μου είπε πως ήταν καλύτερα που δεν πήγα στη δουλειά γιατί πλημμύρισαν οι αποθήκες. Πίνοντας καφέ από τα χεράκια του Στέφανου, που κάποτε έπινα μόνο πίκρα λόγω αστρολογικής ασυμφωνίας, συνειδητοποίησα πως η ζωή είναι απρόβλεπτη. Τόσο απρόβλεπτη μάλιστα, που ο Στέφανος μου εξομολογήθηκε πως τα τελευταία χρόνια αναρωτιόταν πού είχα χαθεί, αφού πάντα ήταν ψιλο-ερωτευμένος μαζί μου!

Όταν πάω σπίτι, να θυμηθώ να πετάξω το ζακετάκι της πενταήμερης…

magika

Μαρία Πατσιλίβα
ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Δείτε εδώ όλα τα άρθρα της…

..

facebook

Advertisements

Πείτε τη γνώμη σας!

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s