Η τρελή νοικοκυρά είναι δουλάρα και κυρά

Γράφει η Μαρία Πατσιλίβα

rant-clipart-crazy-town-frazzled-mom«Μη με ξυπνάς απ’ τις 6.00, πριν ακόμα η μέρα να φέξει, ξυπνητήρι χτυπάς σαν τρελό, σε μισώ, σε μισώωωωωωωωωωω!» Πετάγομαι σαν αλαφιασμένο στρουμφάκι από το κρεβάτι, όχι όμως μπλε χαριτωμένο, αλλά κίτρινο με μαύρους κύκλους.  Πότε πέρασαν κιόλας 5 ολόκληρες ώρες; Ακόμα πονάει η πλάτη μου και τα πόδια μου από το χθεσινοβραδινό μαραθώνιο… σιδερώματος (τι νόμιζες;) και το μαγείρεμα μέχρι τη 1.00 τη νύχτα γιατί δεν έβραζε το κοτόπουλο λεμονάτο που ζήτησε ο πασάς μου επειδή τρώμε «όλο τα ίδια και τα ίδια».

Χωρίς να ανάψω το φως, σαν αθόρυβη γάτα που κινείται με ακρίβεια στο σκοτάδι, διασχίζω το υπνοδωμάτιο δίχως να σκοντάψω σε μια γωνία ή ένα έπιπλο, για να μην ξυπνήσει ο σύζυγος που κοιμάται τόσο γαλήνια και βαθιά – κοινώς ροχαλίζει – εξάλλου 9.00 πιάνει δουλειά, τι να κάνει όρθιος από τις 6.00, τρελός είναι;και είναι και τόσο κουρασμένος ο γλυκός μου γιατί έπαιζε μέχρι αργά στον υπολογιστή – έτσι ξεκουράζεται μετά τη δουλειά, δικαίωμά του, τι ήθελες να κάνει, να σου απλώσει και την μπουγάδα κοτζάμ μαντράχαλος; Πάντα απορούσα πώς καταφέρνει να μην ακούει το ξυπνητήρι. Όχι, μη φανταστείς ότι είναι αναίσθητος και για αυτό κοιμάται σα ζωντανό, απλώς είπαμε, είναι ΠΟΛΥ κουρασμένος. Αφού καταφέρω να περάσω αλώβητη τη δοκιμασία του σκοτεινού δωματίου, εξίσου αθόρυβα -για να μην ξυπνήσει από τώρα και ο μικρός και δεν προλάβω να κάνω τίποτα – κατευθύνομαι στην κουζίνα να βάλω το μπρίκι να βράσω έναν ελληνικό και γρήγορα πάω στην τουαλέτα να πλυθώ, να χτενιστώ, να βάψω τη μια βλεφαρίδα, πετάγομαι εν τω μεταξύ να κλείσω και το μάτι της κουζίνας που ήδη έχει χυθεί επάνω του ο μισός καφές και, «γαμώτο πάλι θα τον πιω χωρίς καϊμάκι» και συνεχίζω τακτοποιώντας την τσαντούλα του μικρού για τον βρεφονηπιακό, ενώ ταυτόχρονα αδειάζω το πλυντήριο πιάτων. Πάνω που ονειρεύομαι να φτιάξω ένα υγιεινό πρωινό και να απολαύσω τον καφέ μου στην ηρεμία του ξημερώματος, ξυπνάει κι ο μικρός. Μαμά, μαμάααααααα! Για, για! (μετάφραση: γάλα). Τρέχω στο δωμάτιό του, ανοίγω τα ρολά να μπει φως, τι φως δηλαδή, τώρα αρχίζει να ξημερώνει, τον καλημερίζω και του δίνω καμιά δεκαριά φιλιά, τον παίρνω αγκαλιά – συνεχίζει να πονάει η πλάτη μου- του χαϊδεύω την πλατούλα του 5-6  λεπτά για να μην ξεκινήσει η μέρα του με άγχος και μετά ξεκινάμε τη ρουτίνα μας, δηλαδή, του αλλάζω πάνα, του πλένω το προσωπάκι, τον ντύνω, του φτιάχνω το γάλα του και του το δίνω να το πιει, ευτυχώς μόνος του πια, ενώ εγώ πάω να ντυθώ γρήγορα μεν αθόρυβα δε γιατί συνεχίζει να κοιμάται ο καλός μου και πάνω που πάλι σκέφτομαι να πάω στην κουζίνα να πιω μια γουλιά καφέ, έστω, φωνάζει ο μικρός: μαμάαααααααααα! 

Του αδειάζω το κουτί με τα τουβλάκια για να παίξει και πάω στο μπάνιο να βάψω και την άλλη βλεφαρίδα. Αυτός όμως με ακολουθεί γιατί έχει βαρεθεί τα τουβλάκια και βρίσκει πιο ενδιαφέρον το πλυντήριο και τη λεκάνη της τουαλέτας. Αφού κυνηγιόμαστε για λίγο,του πλένω τα χέρια, τον βάζω με το ζόρι στο καρεκλάκι του και του δίνω να παίξει με τις βούρτσες των μαλλιών. Τρώει μερικές τρίχες, αρπάζω τις βούρτσες, του ανοίγω το στόμα να τον απαλλάξω από τις τρίχες και του δίνω δυο τάπερ και μια κουτάλα. Αρχίζει να κοπανάει με δύναμη, αλλά επειδή οι γείτονες και ο σύζυγος ακόμη κοιμούνται και τι χρωστάνε οι άνθρωποι πρωινιάτικα, του τα παίρνω κι αυτά και του δίνω το πακέτο με τα μωρομάντηλα. Ησυχάζει για λίγο και καταφέρνω να βάψω επιτέλους το μάτι μου. Πάω ξεφυσώντας στην κουζίνα να πιω αυτόν τον ρημαδοκαφέ και συνειδητοποιώ ότι όχι μόνο έχει βγάλει όλα τα μωρομάντηλα αλλά έχει καταφέρει να αρπάξει και ένα λεμόνι από τον πάγκο της κουζίνας και δαγκώνει τη φλούδα. Του ξανα ανοίγω το στόμα, αυτός γκρινιάζει και τον κατεβάζω από το καρεκλάκι. Τον πηγαίνω στο έπιπλο με τα cds, εκεί σίγουρα θα απασχοληθεί για λίγο, μέχρι να ντυθώ. Ντύνομαι και πάω να πιω λίγο καφέ, ο οποίος είναι πια κρύος και δεν μου αρέσει. Μπουκώνω βιαστικά ένα κουλούρι και μετά ένα δεύτερο και υπόσχομαι στον εαυτό μου πως από αύριο θα τρώω υγιεινά. Ακολουθεί η προσπάθεια έγερσης του κουρασμένου, απαλά απαλά μη μου τρομάξει, ο οποίος δεν λέει να ξυπνήσει και ζητάει συνέχεια παράταση χρόνου. Αφού με τα χίλια ζόρια ανοίξει τα κουρασμένα ματάκια του, παραπονιέται γιατί δεν του φτάνει ο ύπνος και με κακόμοιρο ύφος με ενημερώνει πόσο τον πονάνε τα πόδια του. Θα κεράσεις καφεδάκι; με ρωτάει ρητορικά. Τον κοιτάζω στραβά. «Εσύ το ήπιες το καφεδάκι σου με την ησυχία σου, να μην πιω και γω μια τζούρα;»  Πάω να φτιάξω τον καφέ του και το μωρό στο ενδιάμεσο έχει διαλύσει τα cds. Ιδίως το cd του Νταλάρα, που το έχει βάλει στο μάτι καιρό τώρα. Τα μαζεύω όλα, τακτοποιώντας τα πρόχειρα, ετοιμάζω και τον καφέ του αντρούλη και πάω να αερίσω τα δωμάτια και να στρώσω τα κρεβάτια. Συνειδητοποιώ πόσο γρήγορα περνάει ο χρόνος και αγχώνομαι μήπως καθυστερήσω στη δουλειά. Επιταχύνω και στο παρά πέντε είμαι έτοιμη. Φιλάω τον ξεκούραστο – πια – σύζυγο, αρπάζω παιδί, τσάντα και κλειδιά, φοράω τα παπούτσια μου- παραλίγο να βγω με τις παντόφλες-και πάνω που ανοίγω την πόρτα κάτι μου μυρίζει. Πριν αναρωτηθώ, ακούω «κακά!«.  Φτου!

«Δευτέρα κάτι έχω, την Τρίτη δεν αντέχω, Τετάρτη πώς βαριέμαι, την Πέμπτη δεν κρατιέμαι, Παρασκευή πρωί, τραλαλαλαλα, από όλες τις ημέρες η Κυριακή μ’αρέσει!» Αμήν και πότε…

magika

Μαρία Πατσιλίβα
ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Δείτε εδώ όλα τα άρθρα της…

 

 

facebook

Advertisements

Πείτε τη γνώμη σας!

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s