Όσα είδε το αυγουστιάτικο μπαλκόνι

Γράφει η Μαρία Πατσιλίβα

balconyΜεσημεριανή ησυχία. Είχε αράξει στο μπαλκονάκι ή μάλλον είχε χυθεί πάνω στην καρέκλα. Η ζέστη πάντα την παρέλυε. Ήπιε λίγο χυμό και αναστέναξε. Αυτή η ησυχία της έδινε στα νεύρα. Αύγουστος στην πόλη κι αυτή μίζερη στο διαμερισματάκι. Δεν είχε χρήματα να ακολουθήσει τις φίλες της στο νησί και νόμιζε, η χαζή, πως έκανε την επανάστασή της που δεν επισκέφθηκε έστω τους δικούς της. Και πως θα πέρναγε καλά και μόνη, όπως γράφουν τα περιοδικά. Να όμως που ένιωθε όπως τότε που όλα τα παιδάκια έπαιζαν μπουγέλο στην πλατεία του χωριού κι αυτή ψηνόταν στον πυρετό κουκουλωμένη στο κρεβάτι,  ακούγοντας τα γέλια και τις φωνές και άλλο τόσο της ανέβαινε ο πυρετός από τη σκασίλα της.

Με μαζοχιστικές λεπτομέρειες, άρχισε να φαντάζεται τους πάντες να βρίσκονται στην παραλία, να κάνουν βουτιές και να πίνουν κοκτέιλ ξέγνοιαστοι. Αυτός που είπε πως είναι ωραία η Αθήνα τον Αύγουστο πρέπει να ήταν εξίσου άφραγκος και κακομοίρης όπως η ίδια.

Ένα αεράκι, αναπάντεχος επισκέπτης στο γκρίζο δρομάκι της καταδίκης της, ένα αεράκι – βάλσαμο, έσπασε την ακινησία. Ένα χαρτί, δεν θα  ‘ταν μεγάλο, περίπου σε μέγεθος παλάμης, πέταξε από το πουθενά, έκανε δυο κύκλους στον αέρα και ακούμπησε στο μπαλκόνι της. Ίσα που πρόλαβε να δει τις καρδούλες και το «σ’αγαπώ» που κάποιος είχε γράψει με κόκκινο στυλό και το χαρτάκι ξαναπέταξε και συνέχισε το ταξίδι του, παρκάροντας αυτή τη φορά έξω από την πόρτα του «Μισάνθρωπου», του γείτονα στην απέναντι μονοκατοικία. Ένας 50άρης εργένης που έχει «παντρευτεί» τη μάνα του, με τα μούτρα μόνιμα κατεβασμένα και τα παντζούρια του ερμητικά κλειστά, για να κρατάει  απ’ έξω τη ζέστη. ‘Η και τους ανθρώπους.

Τουλάχιστον υπάρχει ένας άνθρωπος στη γειτονιά, σκέφτηκε για να παρηγορήσει τη μοναξιά της. Έστω κι αυτός που, αν φωνάξεις βοήθεια, θα σου κάνει μήνυση γιατί τον ενόχλησες. Αυτός αποκλείεται να λείπει. Ποτέ δεν λείπει, άλλωστε πού να πάει τέτοιος που είναι. Έχει τσακωθεί με όλο τον κόσμο, του φταίει και ο αέρας που αναπνέει. Τις προάλλες έβρισε έναν πιτσιρικά που τόλμησε να αφήσει διαφημιστικό φυλλάδιο στην πόρτα του και τον κυνήγησε με τις πέτρες.  Τον φαντάστηκε να ακονίζει τα μαχαίρια του στην κουζίνα και ανατρίχιασε.

Το ξαφνικό τρίξιμο της πόρτας του Μισάνθρωπου την έκανε να πεταχτεί μέχρι επάνω. Χαμήλωσε το σώμα της για να μην τη δει και, κρατώντας την αναπνοή της, τον παρατήρησε προσεκτικά. Μαλλί πατικωμένο από την πλευρά που κοιμόταν, φανελάκι από αυτά που φορούσε ο παππούς στο χωριό, σορτσάκι ανεβασμένο ψηλά στον καβάλο – της θύμισε τον Κωνσταντάρα – και σαγιονάρα από αυτές που βρίσκεις στη Λαϊκή. Κρατώντας μια σακούλα με σκουπίδια, έριξε μια διερευνητική ματιά στον τριγύρω χώρο. Και εντόπισε το χαρτάκι. Το ύπουλο αυτό χαρτάκι που είχε το θράσος να ακουμπήσει την εξώπορτά του. Άφησε κάτω τα σκουπίδια και με μίσος έπιασε το χαρτάκι από το λαιμό. Είδε τις καρδούλες και άφρισε. Το έπνιξε με τα ίδια του τα χέρια. Και κατόπιν πέταξε με μανία το μίασμα μακριά, μην και προλάβει να τον μολύνει.  Σήκωσε το κεφάλι του. Σαν να της φάνηκε πως την είδε. Και σαν να της φάνηκε πως κάτι μουρμούρισε πίσω από τα σφιγμένα χείλη.

Μπήκε γρήγορα μέσα στο σπίτι και ετοίμασε τη βαλίτσα της.  Έπιασε το κινητό της με κομμένη την ανάσα. «Μπαμπά το βράδυ να ψήσεις, έρχομαι στο χωριό».

magika

Μαρία Πατσιλίβα
ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Δείτε εδώ όλα τα άρθρα της…

 

facebook

Advertisements

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Όσα είδε το αυγουστιάτικο μπαλκόνι”

Πείτε τη γνώμη σας!

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s