Τέσσερα λεπτά μόνος και μια στιγμή

Γράφει ο Γιώργος Πατσιλίβας

goodbye

Απομακρύνθηκε χωρίς να κοιτάξει πίσω. Προχώρησε αρκετά, κοντοστάθηκε για μια στιγμή μέχρι που ο χρόνος πίεζε. Έπρεπε να μπει μέσα στο κτίριο. Φοβισμένος και απογοητευμένος δεν ήθελε να σκεφτεί τι θα συνέβαινε αν γύριζε το κεφάλι του πίσω. Δεν ήθελε να αντικρίσει την απουσία, ήταν βέβαιος για αυτή. Φυσικά κράταγε και τα τελευταία λόγια που στριφογύριζαν στο μυαλό του και όφειλε να τα ακολουθήσει πιστά. «Πήγαινε μέσα γρήγορα γιατί πρέπει να φύγω για δουλειά, άργησα». Τον άφησε στη βαριά σιδερένια πόρτα του σχολείου και έφυγε βιαστικά. Σήμερα τα βγάζω πέρα μόνος μου πρέπει να σκέφτηκε… Είχε και τα 450 άτομα στον προαύλιο χώρο να ξεφωνίζουν, να τρέχουν και να κυλάνε τις μαθητικές σάκες σαν τα τρένα πάνω στις ράγες. Πού τη βρίσκουν τέτοια όρεξη κάθε πρωί;

Ο μικρός βυθίστηκε στις σκέψεις του, απέκλεισε κάθε θόρυβο, κάθε εικόνα γύρω του, το άγχος τον είχε κυριεύσει… Είχε συνηθίσει να χαιρετάει τον πατέρα του επί δέκα λεπτά κάθε μέρα και πολλές φορές να συνοδεύεται από αυτόν μέχρι την αίθουσα της τάξης του. Πάνε όμως αυτά, τέλειωσαν, περασμένα μεγαλεία, όλα γκρεμίστηκαν…

%ce%b3%ce%ba%cf%81%ce%b5%ce%bc%ce%b9%cf%83%ce%bc%ce%ad%ce%bd%ce%b1-%cf%8c%ce%bd%ce%b5%ce%b9%cf%81%ce%b1

Τέσσερα ολόκληρα λεπτά είχαν περάσει, ο μπαμπάς του ήδη θα έφτανε μέχρι την κεντρική λεωφόρο, θα είχε βάλει τη ζώνη του, τη μουσική δυνατά και θα ρούφαγε μια μεγάλη γουλιά από εκείνον τον φρέντο τον σκέτο που τον άκουγε συχνά να ζητάει, σκέτο χωρίς ζάχαρη, όχι πικρό. Και παρηγοριόταν σκεπτόμενος ότι τουλάχιστον δεν θα αργούσε ο πατέρας του στη δουλειά.

Λίγα βήματα ακόμα και ένα κύμα από παιδιά έτρεξαν να μπουν στη σειρά για την πρωινή μάζωξη και προσευχή. Ένα σκούντημα τον ταρακούνησε και τον ξύπνησε από τον αμυντικό λήθαργο που είχε πέσει. Το πήρε απόφαση. Θα γύριζε να δει. Είχε και περιέργεια εκτός των άλλων. Δίστασε για λίγο αλλά τόλμησε και κοίταξε, γέρνοντας ολόκληρο το σώμα του σαν τον λύκο. Η καρδιά του ήδη χτύπαγε δυνατά, γρήγορα όμως γαλήνεψε. Η γνώριμη φάτσα ήταν εκεί. Τον παρακολουθούσε τόση ώρα με αγάπη και υπομονή. Χωρίς βιασύνη το ήρεμο βλέμμα του μπαμπά τού έλεγε «εδώ είμαι». Χαλαρός ο μικρός πλέον χαμογέλασε αμυδρά και σήκωσε αργά το χέρι του και χαιρέτησε διακριτικά.

Όλα τα λεφτά!!!

Γιώργος ΠατσιλίβαςΔείτε εδώ όλα τα άρθρα του…

Lifonomy Logo (website)facebook

Advertisements

Πείτε τη γνώμη σας!

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s