Οι δαίμονες της ευτυχίας

Γράφει η Μαρία Πατσιλίβα

Βγήκε να περπατήσει μόνη. Ο καιρός είχε αλλάξει απότομα, θα τον έλεγες πρώιμα χειμωνιάτικο. Σκυφτή, με τα χέρια καλά χωμένα στις τσέπες, άφησε το καθαρό, κρύο χέρι του αέρα να της χαϊδέψει τα μάγουλα. Κάτι της έφταιγε. Αλλά δεν ήξερε τι. Μια μελαγχολία καραδοκούσε να ξεπηδήσει από το στόμα της με τη μορφή αναστεναγμού, αλλά τον συγκράτησε. «Η κατάθλιψη είναι πολυτέλεια», θυμήθηκε τα λόγια της φίλης της. Βρε μήπως μου αρέσει να μην είμαι στα καλά μου; μονολόγησε.

Είχε αρχίσει να πέφτει ο ήλιος.  Αυτή η ώρα πάντα της ξυπνούσε τις νεράιδες και τους δαίμονες της παιδικής της ηλικίας. Ήταν η ώρα που κάποτε πήγαινε στο φροντιστήριο ή που επέστρεφε από το ωδείο. Ένιωσε κάτι να ενοχλεί το στομάχι της. Τότε νόμιζε πως είχε φάει πολλές γκοφρέτες και παραπονιόταν η κοιλίτσα της. Τώρα γνωρίζει πως το λένε «άλυτο θέμα». Πάντα αυτό αισθανόταν όταν επρόκειτο να επιστρέψει. Γι’ αυτό και προσπαθούσε να παρατείνει την παραμονή της έξω όσο μπορούσε. Να είναι, όσο μπορούσε περισσότερο, μακριά από αυτόν τον εφιάλτη που μόνο καταφύγιο δεν ήταν. Το σπίτι της.

Άκουσε, σαν τότε, τις φωνές της μαμάς της. Τα κλάματα, τις υστερίες, τις απειλές ότι θα αυτοκτονήσει. Έσφιξε τις γροθιές της μέσα στις άβολες τσέπες και επιτάχυνε το βήμα της. Ακόμη πιο δυνατά τρύπησαν τα αυτιά της οι απειλές του μπαμπά της ότι θα τους παρατήσει, οι βρισιές, τα χτυπήματα στους τοίχους και όχι μόνο. Μαζεύτηκε κι άλλο, έσκυψε το κεφάλι, μίκρυνε, μίκρυνε τόσο που ένιωσε σαν κουκκίδα, σχεδόν έγινε ένα με το δρόμο.

Γέλια και χαρούμενες φωνές την επανέφεραν. Τίναξε το κεφάλι της σαν να το είχε βουτήξει στο νερό και κοίταξε γύρω της. Από τη μισάνοιχτη πόρτα ενός γειτονικού σπιτιού είδε τα παιδάκια να προσπαθούν να κουβαλήσουν ξύλα μαζί με το μπαμπά τους. Η μαμά τους τα επιβράβευε για τη δήθεν δύναμή τους και ο μπαμπάς τους τα πείραζε γιατί τάχα θα τους αναθέσει να κάνουν από δω και πέρα τις βαριές δουλειές. Η μυρωδιά από το τζάκι, η ζεστασιά στη φωνή της μητέρας τους, το γεμάτο αγάπη χαμόγελο του πατέρα τους, τα χαρούμενα τιτιβίσματα των παιδιών, όλα αυτά της ήταν ξένα. Έφυγε γρήγορα μακριά.

Δεν την έμαθε την ευτυχία. Δεν ξέρει πώς είναι. Την υποψιάζεται μόνο. Όταν βλέπει εικόνες σαν την προηγούμενη. Αλλά και πάλι, δεν αντέχει να τη βλέπει. Της την παρουσίασαν σαν κάτι δύσκολο, που πρέπει να μοχθήσει για να τη βρει. Κι αυτή είχε μάθει πάντα να φεύγει μακριά, να αποφεύγει και όχι να καταφεύγει σε αυτή.


magika

Μαρία Πατσιλίβα
ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Δείτε εδώ όλα τα άρθρα της…

 

facebook

Advertisements

Πείτε τη γνώμη σας!

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s