Τα τείχη και οι τοίχοι

Γράφει η Μαρία Πατσιλίβα

Έπρεπε να το είχε καταλάβει. Είχε πολλούς οιωνούς από το πρωί. Καταρχήν ξύπνησε με μια περίεργα καλή διάθεση. Δεν τον πονούσε  η μέση του, μετά από πολύ καιρό. Βγαίνοντας έξω από το σπίτι, συνάντησε μια γειτόνισσα που τον κέρασε φρέσκα σύκα. Ο ουρανός είχε πάρει ένα πορτοκαλοκόκκινο χρώμα, σαν να είχε βάλει τα γιορτινά του. Στο δρόμο δεν υπήρχε καθόλου κίνηση και όλοι στο γραφείο είχαν μια πρωτόγνωρη ευδιαθεσία.

Ξεφύλλισε τα έγγραφα που είχαν συσσωρευθεί στο γραφείο του και άρχισε να τα ξεδιαλέγει. Υπογραφές, πρωτόκολλα, σφραγίδες. Αναστέναξε. Γύρισε αργά το κεφάλι του και κοίταξε έξω από το παράθυρο. Έξι μήνες ακόμα μέχρι να βγει στη σύνταξη. Πόσο γρήγορα πέρασαν τα χρόνια! Θυμάται ήταν μόνο 25 χρονών όταν πρωτοήρθε εδώ, σε αυτή την υπηρεσία. Πόσα όνειρα είχε, νόμιζε πως θα εργαζόταν εκεί προσωρινά, πως αργά ή γρήγορα θα παραιτούνταν. Έλπιζε πως κάποια στιγμή θα έφευγε από αυτή τη στασιμότητα για να πραγματοποιήσει το κρυφό του όνειρο να ανοίξει δική του επιχείρηση. Τον πρόλαβαν οι εξελίξεις όμως. Γυναίκα, εγκυμοσύνες, παιδιά, σχολεία, φροντιστήρια, διαζύγιο, μια ατυχία με τη μέση του και… ξέμεινε εκεί. Και τελικά παραιτήθηκε από τα όνειρά του.

Συννέφιασε το βλέμμα του. Όχι, δεν στενοχωριόταν που θα έφευγε. Αντιθέτως, δεν έβλεπε την ώρα να συνταξιοδοτηθεί για να ασχοληθεί με τον εαυτό του. Μόνο για τα χρόνια λυπόταν που πέρασαν. Και κοιτώντας πίσω στο παρελθόν, ήταν όλα τα χρόνια ίδια. Οι ίδιες σφραγίδες, το ίδιο γραφείο, οι ίδιοι άχρωμοι, μουντοί τοίχοι.

Άνοιξε η πόρτα απαλά, μπήκε ένα ελαφρύ, δροσερό αεράκι και ανάλαφρα βήματα ακούστηκαν να πλησιάζουν. Ένα άρωμα λουλουδάτο, θηλυκό γέμισε το χώρο. Σήκωσε το κεφάλι και την είδε να στέκεται μπροστά του. «Ο κ. Παπαδόπουλος;» τον ρώτησαν τα τριανταφυλλί της χείλη. Έμεινε να την κοιτάζει. «Έσείς είστε;» τον ξαναρώτησε. «Ναι», ψέλλισε και σηκώθηκε όρθιος. «Ποια είστε;» «Είμαι η Ελένη, μιλήσαμε το πρωί με τον κ. Διευθυντή και μου είπε να αναζητήσω εσάς για να μου δείξετε τη δουλειά. Είμαι η καινούρια υπάλληλος.»

Την έβαλε να καθίσει δίπλα του. Βιολέτες, τριαντάφυλλα και γιασεμιά απλώθηκαν πάνω στο γραφείο. Οι σφραγίδες άρχισαν να χορεύουν σαν νότες πάνω στο πεντάγραμμο. Και στα έγγραφα, αντί να υπογράψει ο 65χρονος κ. Διονύσης Παπαδόπουλος, ξεπήδησε ο 25χρονος Σάκης, με την ορμή και το πάθος των νιάτων του. Ένιωσε νέος, φρέσκος και, γιατί όχι, όμορφος, επιθυμητός. Την κοίταξε και χαμογέλασε. Του ανταπέδωσε κι αυτή ένα αμήχανο χαμόγελο. Φαντάστηκε να χώνει τη μύτη του στο λαιμό της και να την μυρίζει. Να αρπάζει τα τριανταφυλλένια χείλη της και να τα δαγκώνει. Ίδρωσε. Ξεκούμπωσε το πάνω κουμπί του πουκαμίσου του. «Είστε καλά κ. Παπαδόπουλε;» τον ρώτησε αθώα η κοπέλα.  «Δεν είναι τίποτα Ελένη», της είπε. «Μπορείς να με φωνάζεις Σάκη». Γύρισαν όλοι οι συνάδελφοί του παραξενεμένοι. Αυτός τους στραβοκοίταξε και αμέσως όλοι έκαναν πως επέστρεψαν στα καθήκοντά τους. Ένα  πνιχτό χαχανητό ακούστηκε από την άλλη άκρη της αίθουσας. Ο κ. Παπαδόπουλος ξερόβηξε και ανακάθισε στην καρέκλα.

«Μπορούμε να διακόψουμε λίγο για να κάνω ένα τηλεφώνημα;» ρώτησε με περίσσεια ευγένεια η Ελένη. «Βεβαίως κορίτσι μου», της απάντησε. «Θα συνεχίσουμε σε λίγο».  Η Ελένη πήγε παραπέρα και άρχισε να μιλάει χαμηλόφωνα στο κινητό της.

Την περιεργάστηκε προσεκτικά από την κορυφή μέχρι τα νύχια. Το κορμί της διαγραφόταν διακριτικά κάτω από τα ρούχα. Φώναζε «θηλυκότητα» από μακριά, πόθο. Δεν χόρταινε να την κοιτάζει. Χρόνια είχε να νιώσει έτσι. Αυτή η κοπέλα τον αναστάτωνε. Δεν ήταν τυχαία λοιπόν η σημερινή μέρα. Φαινόταν από το πρωί.

Η Ελένη μιλούσε αρκετή ώρα και ο Σάκης άρχισε να γίνεται ανυπόμονος. Έδειχνε πολύ απορροφημένη από το τηλέφωνο και δεν τον είδε που της έκανε νόημα να συνεχίσουν. Αποφάσισε να σηκωθεί και διακριτικά να της ψιθυρίσει να συνεχίσουν.«Και είναι κι αυτός ο παππούς εδώ που με κοιτάζει σαν ξερολούκουμο», την άκουσε να λέει και δωσ’ του γέλια.

Ένας δυνατός πόνος στη μέση τον έκανε να τιναχτεί. Έκανε μεταβολή και πήγε κατευθείαν στην τουαλέτα. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Είδε το κρεμασμένο προγούλι του και την πεσμένη κοιλιά του. Αντίκρισε έναν γέρο 100 χρονών. Ένιωσε βρώμικος. Μα τι σκεφτόταν; Η Ελένη είναι μόλις 23 ετών. Έριξε λίγο νερό στο πρόσωπό του, μάζεψε το κουράγιο του και βγήκε. Το γραφείο του έμοιαζε πιο ακατάστατο από ποτέ. Οι συνάδελφοι, χωμένοι στα χαρτιά τους, έδειχναν κακομούτσουνοι. Και ο ουρανός είχε γκριζάρει. Πιο πολύ κι από τους τοίχους που τον φυλάκιζαν τόσα χρόνια.


magika

Μαρία Πατσιλίβα
ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

 

Δείτε εδώ όλα τα άρθρα της…


facebook

Advertisements

Πείτε τη γνώμη σας!

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s